σύμβαση

σύμβαση
(Νομ.). Η σύμπτωση των δηλώσεων της θέλησης δύο ή περισσότερων προσώπων, με το σκοπό να προσκομιστούν απ’ αυτήν έννομα αποτελέσματα. Ως παράσταση εμφανίζεται με την πρόταση από το ένα μέρος και την αποδοχή από το άλλο. Η σ. για να υπάρξει, απαιτεί τη συναίνεση των δύο μερών, μετά δε απ’ αυτό, δεσμεύει τους συμβαλλόμενους. Η σ. ή αλλιώς διμερής δικαιοπραξία, λειτουργεί τόσο στο ιδιωτικό (αστικό - εμπορικό), όσο και στο δημόσιο δίκαιο (π.χ. διεθνείς συμβάσεις). Συνηθέστατη είναι στο ενοχικό δίκαιο (πωλήσεις, μισθώσεις, δάνεια κλπ.) τη συναντάμε όμως και στους άλλους κλάδους του Αστικού δίκαιου, κυρίως στο εμπράγματο. Επίσης στο οικογενειακό και το κληρονομικό δίκαιο, με περισσότερες δεσμεύσεις από τη μεριά του νόμου. Συχνότατη είναι και στο εμπορικό δίκαιο (σ. ασφάλισης, μεταφοράς, ναυτικού δάνειου κλπ.). Επίσης οι σ. δημόσιου δίκαιου ή διοικητικές σ., παρά τους ειδικούς όρους που προβλέπονται συχνά, δε χάνουν το βασικό συμβατικό χαρακτήρα τους. Τα βασικά χαρακτηριστικά της σ. είναι: α’. Η πρόταση για τον καταρτισμό της. Πρέπει να είναι πλήρης (να περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της μέλλουσας σ. και όσα επουσιώδη επιδιώκει εκείνος που προτείνει) να γίνεται με το σκοπό καταρτισμού σ., να απευθύνεται προς τον αντισυμβαλλόμενο ή τον αντιπρόσωπο του, να είναι νομότυπη, ανάλογα με το είδος της. Ο Αστικός Κώδικας, καθορίζει τη λειτουργία της πρότασης ως την απόρριψη ή την αποδοχή της, σε σχέση με τη διάρκεια της, τη δυνατότητα ανάκλησης τους τρόπους απόσβεσης της κλπ. β’. Η αποδοχή της πρότασης από τον άλλο, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, νομότυπη και έγκαιρη, σε αναλογία προς την πρόταση. Η σ. ολοκληρώνεται, μόλις φτάσει στον προτείνοντα η δήλωση της αποδοχής, εάν υπάρχει πλήρης συμφωνία ανάμεσα στους συμβαλλόμενους. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που η αποδοχή μόνη (χωρίς να δοθεί στον «προτείνοντα» ολοκληρώνει τη σύμβαση) ολοκληρώνει τη σύμβαση, εάν αυτό προκύπτει από τη φύση της πρότασης ή τα συναλλακτικά ήθη (τηλεγραφεί κάποιος και του κλείνουν θέση για ένα θέαμα, δωμάτιο σε ξενοδοχείο κλπ.). Ως προς το περιεχόμενο των σ., επικρατεί η αρχή της ελευθερίας των σ. ή αυτονομία της βούλησης, υπάρχουν όμως πολλοί περιορισμοί στο νόμο για περιπτώσεις που ενδιαφέρουν το δημόσιο συμφέρον ή καταστάσεις που προστατεύει ο νόμος. Κατά τα άλλα, το περιεχόμενο της σ. πρέπει να μην είναι αντίθετο στο νόμο και τα χρηστά ήθη, π.χ. απαγορεύεται η σ. υποσχετική ολόκληρης της μέλλουσας περιουσίας του ατόμου, όχι όμως και της υπάρχουσας, επίσης απαγορεύεται η σ. για την κληρονομιά ζώντος, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις προβλέπονται περιορισμοί και ειδικοί τύποι. De facto συμβατικές σχέσεις, είναι εκείνες που δημιουργούν τις έννομες συνέπειες της σ., χωρίς να έχουν μορφή έγκυρης σ., όπως π.χ. η σχέση εργασίας, χωρίς να έχει προηγηθεί τυπικά σύμβαση. Οι πιο σπουδαίες διακρίσεις των σ. είναι: 1. Αμφοτεροβαρείς, όταν δημιουργούν υποχρεώσεις και για τα δύο μέρη και ετεροβαρείς, όταν υποχρεώνουν μόνο το ένα από τα μέρη. 2. Αιτιώδεις ή ουσιαστικές ή καθορισμένες σ., στις οποίες δηλώνεται ρητά και είναι φανερός ο σκοπός τους και αναιτιώδας ή αφηρημένες ή καθαρά τυπικές σ., στις οποίες δεν αναφέρεται η αιτία της σύναψης τους. 3. Επαχθείς, όταν δημιουργείται κάποιο βάρος για τον ωφελούμενο ως αντιστάθμισμα και χαριστικές, όταν δεν υπάρχει αντιπαροχή. 4. Συμβάσεις αυστηρού δίκαιου (άκρατης τυπικότητας), που έχουν τώρα εκλείψει, και καλής πίστης, που επικρατούν σήμερα ακόμη και στις πιο τυπικές σ., όπως της συναλλαγματικής και του γραμμάτιου «εις διαταγήν». 5. Σ. υποσχετικές, όταν δημιουργείται μόνο ενοχικό δικαίωμα και διαθέσεις, όταν συντελείται και πραγματική (υλική) μεταβίβαση του δικαιώματος. 6. Τυπικές και άτυπες. 7. Επώνυμες και ανώνυμες. 8. Ενοχικές, εμπράγματες, οικογενειακές και κληρονομικές. 9. Κύριες και παρεπόμενες. 10. Ανταλλακτικές και τυχηρές. 11. Διάρκειας και Στιγμιαίες. Ιδιαίτερο είδος αποτελούν επίσης οι συλλογικές σ. εργασίας, οι σ. προσχώρησης, όταν η πρόταση περιέχει όλους τους όρους και η αποδοχή περιορίζεται απλά στην προσχώρηση (παροχές, ηλεκτρικού, τηλεφώνου, μαζικές μεταφορές, θεάματα κλπ.) και οι σ. με διαγωνισμό. Υπάρχουν, τέλος, οι διοικητικές σ., στα όρια του δημόσιου και του ιδιωτικού δίκαιου που υποβάλλονται και σ’ ορισμένο τύπο. Για τη σ. ισχύουν γενικά οι διατάξεις του νόμου που αναφέρονται στη δικαιοπραξία. Υπάρχουν όμως και πολλές ειδικές διατάξεις σχετικά με την κατάρτιση, τη λειτουργία και τα είδη που αναφέραμε, καθώς επίσης την ερμηνεία, την ευθύνη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, την υπερημερία και την αδυναμία παροχής, την υπαναχώρηση και την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, που αποτελεί ρωγμή στη βασική αρχή των σ. Προϋπόθεση για τη λειτουργία της «απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών» με συνέπεια τη δυνατότητα αναπροσαρμογής της σ. ή και διάλυσης της (μερική ή ολική), από το δικαστήριο, είναι οι εξής: 1. Να πρόκειται για σ. αμφοτεροβαρή. 2. Περιστατικά, πάνω στα οποία κατά κύριο λόγο τα μέρη στήριξαν την απόφαση τους (ρητά ή σιωπηρά) για τον καταρτισμό της σ. 3. Να υπάρχει μεταβολή αυτών των περιστατικών, που να οφείλεται όχι σε τυχαία γεγονότα αλλά σε έκτακτα και απρόβλεπτα. 4. Εξαιτίας των γεγονότων αυτών, η παροχή του οφειλέτη, να έχει γίνει υπέρμετρα βαριά. Ως γενικότερη έννοια, ο όρος σ. ή συμβόλαιο απαντά και στο συνταγματικό δίκαιο και στο Διεθνές αλλά και στην κοινωνικοπολιτική ορολογία για τον καθορισμό των σχέσεων του κράτους και του πολίτη. Σ. (Convention) ονομάστηκε και η Εθνική Συνέλευση των Γάλλων του 1792-95 για να δείξει την αντιπροσωπευτικότητα και την υπεροχή της εθνοσυνέλευσης απέναντι στους άλλους φορείς της εξουσίας, ιδιαίτερα τους διοικητικούς μηχανισμούς.
* * *
η / σύμβασις, -άσεως, ΝΜΑ [συμβαίνω]
συμφωνία που καταρτίζεται με την ομόφωνη βούληση δύο ή περισσότερων προσώπων τα οποία εκπροσωπούν αντίστοιχα συμφέροντα (α. «σύμβαση μεταφοράς» β. «συμβάσιες... οὐκ ἐθέλουσι ἐμμένειν», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. μτφ. συνθήκη, τύπος, τυπικότητα, συνήθεια που έχει καθιερωθεί από την παράδοση, χωρίς να έχει αντιστοιχία με τη ζωντανή πραγματικότητα («κοινωνικές συμβάσεις»)
2. (νομ.) διμερής ή πολυμερής δικαιοπραξία και ειδικότερα η πρόταση και αποδοχή δήλωσης βουλήσεως με σκοπό τη νόμιμη ικανοποίηση αντιπαρατιθέμενων με τις δηλώσεις αυτές συμφερόντων
3. φρ. α) «σύμβαση ανοικοδόμησης με αντιπαροχή»
(νομ.) σύμβαση έργου μεταξύ κυρίου γης και επιχειρηματία οικοδόμου κατά το περιεχόμενο τής οποίας ο κύριος παρέχει στον επιχειρηματία τη γη για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, την οποία ο επιχειρηματίας οικοδομεί με δικές του δαπάνες και αντιπαρέχει στον κύριο τής γης ποσοστό τού έργου που έχει συντελεστεί, το οποίο αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες οριζόντιες ιδιοκτησίες
β) «σύμβαση ασφαλιστική»
(νομ.) η μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζομένου σύμβαση κάλυψης μελλοντικού κινδύνου
γ) «σύμβαση εκδοτική»
(νομ.) μικτή σύμβαση τεχνικού πολλαπλασιασμού και εκμετάλλευσης πνευματικού έργου
δ) «σύμβαση εργασίας»
(εργ. δίκ.) σύμβαση με την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στον εργοδότη και ο τελευταίος υποχρεούται να τού καταβάλλει τον συμφωνημένο ή τον ειθισμένο μισθό
ε) «σύμβαση έργου»
(αστ. δίκ.) η μεταξύ εργοδότη και εργολάβου σύμβαση
στ) «σύμβαση μεταφοράς» — βλ. μεταφορά
ζ) «συλλογική σύμβαση εργασίας»
(νομ.) βλ. συλλογικός
μσν.
1. ομόφωνη απόφαση
2. συνδυασμός ιδεών, απόψεων, δοξασιών
3. σαρκική, σεξουαλική ένωση
μσν.-αρχ.
1. συμφιλίωση, συνδιαλλαγή («δὸς σύμβασιν τέκνοις», Ευρ.)
2. απροσδόκητο, συνήθως δυσάρεστο, συμβάν
αρχ.
1. η κίνηση τού ενός ποδιού προς το άλλο κατά το βάδισμα
2. η αρμογή τών πλευρών
3. σύμπτωση γνωμών, ομοφωνία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • σύμβαση — η συμφωνία, συμβόλαιο: Δεν τηρήθηκαν οι όροι της σύμβασης από τον εργοδότη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμβάσῃ — συμβάσηι , σύμβασις bringing one foot up to the other fem dat sg (epic ionic) συμβά̱σῃ , συμβαίνω stand with the feet together aor part act fem dat sg (attic epic ionic) συμβά̱σῃ , συμβαίνω stand with the feet together aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργολαβία ή σύμβαση μίσθωσης έργου — Αυτοτελής υποσχετική σύμβαση, με την οποία ένα πρόσωπο (ο εργολάβος) αναλαμβάνει την κατασκευή ενός έργου, δηλαδή την παραγωγή ή την τροποποίηση (με τη χρησιμοποίηση μέσων) ενός υλικού αντικειμένου, για λογαριασμό ενός άλλου (του εργοδότη), ο… …   Dictionary of Greek

  • ασφάλεια — Σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου ποσού (που ονομάζεται ασφάλιστρο), αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μέσα στα όρια της συμφωνίας, για τη ζημιά που έπαθε από ένα ατύχημα (α. κατά… …   Dictionary of Greek

  • εντολή — Σύμβαση, που ρυθμίζει κυρίως ο Αστικός Κώδικας αλλά αναπτύσσεται ιδιότυπα στο εμπορικό δίκαιο (εμπορικός αντιπρόσωπος). Ο χαρακτήρας της είναι προσωπικός και εμπιστευτικός. Ο εντολοδόχος υποχρεώνεται να διεξάγει την υπόθεση που του αναθέτει ο… …   Dictionary of Greek

  • μίσθωση — Όρος που στο ελληνικό δίκαιο δηλώνει τρία διαφορετικά είδη συμβάσεων, τη μ. εργασίας, τη μ. πράγματος και τη μ. έργου, που αποτελούσαν αρχικά, υπό τη ρωμαϊκή locatio conductio, ενιαίο τύπο σύμβασης. Η μ. εργασίας αποτελεί τη σύγχρονη διαμόρφωση… …   Dictionary of Greek

  • ήθη — O τρόπος με τον οποίο ζουν και φέρονται οι άνθρωποι στον κοινωνικό βίο τους και, γενικότερα, τα έθιμα που απορρέουν από την ιδιοσυστασία τους. Ή. ονομάζονται επίσης οι θεσμοί που διέπουν την κοινωνική ζωή, σύμφωνα με την αντίληψη του ορθού και… …   Dictionary of Greek

  • εργασία — Με τον όρο ε. εννοούμε κάθε ανθρώπινη ενέργεια που έχει σκοπό την παραγωγή αγαθών, υπηρεσιών ή πληροφοριών που χρειάζονται στους ίδιους τους ανθρώπους. Στην ιστορία του ανθρώπου η ε. εμφανίζεται ως κοινωνική ενέργεια, που προσφέρεται δηλαδή από… …   Dictionary of Greek

  • έκδοση — Η δημοσίευση ενός γραπτού κειμένου· η εκτύπωση και η διάδοση οποιουδήποτε κειμένου από εκδοτικό οργανισμό· οι διάφορες εκτυπώσεις ενός βιβλίου ή μιας εφημερίδας· το σύνολο των αντιτύπων του ίδιου έργου σε μία μόνο εκτύπωση. Επειδή στον όρο έ.… …   Dictionary of Greek

  • ανανέωση — (Νομ.).Σημαίνει σύμβαση με την οποία καταργείται μία ενοχή και στη θέση της εισάγεται μια νέα. Μπορεί να αλλάζει και ένα από τα πρόσωπα των αρχικών συμβαλλομένων, μπορεί και όχι. Για να είναι η α. ισχυρή, πρέπει να έχει κάποιον σκοπό που να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”